Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2016

Υπήρχε κάποτε μια κοινωνία...

 Δε ξέρω αν το κρύο σας μαθαίνει κάτι. Σε μένα πάντως οφείλω να ομολογήσω, μαθαίνει πολλά και κυρίως άσχημα. Με εκπλήσσει συνεχώς. Με ταράζει, με κάνει να αναρωτιέμαι τι είδους κοινωνία είμαστε. Σε τι έχουμε μετατραπεί, πως έχουμε καταντήσει...

  Για όσους απο μας κινούμαστε με τα μέσα μαζικής μεταφοράς, αλλά και για όσους κυκλοφορούν στους δρόμους αυτής της περίεργης πόλης, μια αδιάληπτη και συνεχής παρουσία ενός άλλου μας εαυτού, ενός ανθρώπου χωρίς συναισθήματα και ίχνος ανθρωπιάς, ενός κυνικού τέρατος, κάνει την εμφάνιση του και περπατάει, οδηγάει, κινείται μαζί μας, ζει και αναπνέει... κόβωντας τον πολύτιμο αέρα συνανθρώπων μας...

 Νομίζω πως έχουμε επιλέξει να είμαστε έτσι. Μας βολεύει, κλεινόμαστε στο καβούκι μας και αδιαφορούμε για τον διπλανό μας. 
 Προχωράμε με σκυμμένο το κεφάλι, κοιτάζουμε με μισό μάτι τον άστεγο (που μπορεί να είναι και απατεώνας...) και μπαίνει από βαγόνι σε βαγόνι του ηλεκτρικού εκλιπαρόντας για μια μικρή βοήθεια, ένα κομμάτι ψωμί. Τον βλέπουμε άλλωστε κάθε μέρα. Το ίδιο βρώμικος, το ίδιο αποκρουστικός, το ίδιο... ψεύτης. 

 Καταλαβαίνω, έχουμε κουραστεί από τα ψέμματα. Κάποτε δίναμε λίγα ψιλά, αλλά τελικά καταλήξαμε πως όλοι είναι ίδιοι. Κλέβουν, είναι πρεζόνια (αυτή είναι η σωστή λέξη ε?) και γενικώς "άντε πάλι τα ίδια, εγώ γιατί πρέπει να τους ακούω?"... Μας χαλάνε και την μέρα ρε παιδί μου. Και αυτοί οι τύποι στον ηλεκτρικό και τα άλλα τα τσιγγανάκια στα φανάρια που έχουν το μυαλό τους συνέχεια στην βούτα... 
 Και οι άλλοι, αυτοί που έρχονται στα καταστήματα και τις δουλειές μας και ζητάνε μια μικρή βοήθεια για τους τυφλούς, τους νεφροπαθείς, τους φορείς τους AIDS. "''Ασε καλύτερα γιατί αν τους δώσω θα ξαναέρθουν...". σκεφτόμαστε ορθώς. Και συνεχίζουμε. Σχολάμε, πάμε σπίτια μας, τρώμε και το απογευματάκι ίσως βγούμε για κανέναν καφέ ή το βραδάκι για καμιά μπύρα...
 Δεν το παίζω Πάπας, ούτε υπέρμαχος των, κάθε λογής, απατεώνων που κοιτάνε να κλέψουν και να εκμεταλλευτούν την ανθρωπιά του άλλου. Απλά τελευταία παρατηρώ περισσότερο. Παρατηρώ και σκέφτομαι. Και στεναχωριέμαι με την κοινωνία μας. Τους ανθρώπους της. Την ατολμία μας. 

 Την βόλεψη και την πάρτη μας κοιτάμε. Δεν πάμε πουθενά έτσι. Η μάλλον κάνω λάθος. Οδεύουμε ολοταχώς στον απόλυτο (εξ)ευτελισμό της ανθρώπινης ζωής. Με φοβίζει πολύ η συνήθεια που μπορεί να γίνει λατρεία, εκπαιδεύοντας τον εαυτό μας να σταματήσει να νιώθει, να "κλείνει" τα μάτια σε αυτά που συμβαίνουν γύρω του, να μην αντιδρά στην αδικία και στα... εγκλήματα που διαπράττονται μπροστά του. Με εξουθενώνει αυτή η βάρβαρη καθημερινότητα που μας απομακρύνει όλο και πιό πολύ από τον προορισμό μας. Έχουμε γεννηθεί για να αγαπάμε και να αγαπιόμαστε. Όχι για να μισούμε. Έχουμε γίνει πονηροί και χαιρέκακοι, αλαζόνες και μηδενιστικοί.

 Τα παραπάνω τα διακρίνω στα βλέμματα των ανθρώπων. Ρίξτε μια ματιά και σεις και θα καταλάβετε. Περπατάς δίπλα σε μια γυναίκα και νιώθεις τον φόβο της μήπως είσαι βιαστής η κλέφτης. Εργάζεσαι και έχεις στο μυαλό σου στον συνάδελφο που πήρε προαγωγή και αναρωτιέσαι πως το έκανε. Μετά βέβαια βρίσκεις την άκρη. Αυτος... γλείφει, ενώ εσύ όχι. Είσαι καλύτερος αλλά δεν έχεις τις διασυνδέσεις που έχει αυτός.
 
 Ακούς φωνές και τσακωμους στην πολυκατοικία σου και αντί να προσπαθήσεις να δεις τι γίνεται, κουκουλώνεσαι με την κουβέρτα μέχρι πάνω για να μην ακούς το κλάμα του μικρού παιδιού. Την επόμενη μέρα το κοιτάς με συγκαταβατικό τρόπο όταν το συναντάς στις σκάλες. Συνεχίζεις όμως γιατί άργησες για την δουλειά...
 Ζεις και ξαναζείς την ίδια μέρα χωρίς καμία αλλαγή, αλλά δε σε πειράζει. Υπάρχει άλλωστε καιρός για να αλλάξεις τα πράγματα. Και έρχεται πάλι το βράδυ. Ξαπλώνεις. Απόψε είναι πιό ήσυχα. "Ευτυχώς που δεν πάθαμε και τίποτα", σκέφτεσαι από μέσα σου. Και όλα καλά.

 Αυτή η συνεχόμενη καθίζηση του ψυχολογικού μας κόσμου, δένει αρμονικά με αυτή του πραγματικού. Και εγώ αρχίζω και φοβάμαι ολοένα και περισσότερο... Τις προάλλες μπήκε στο βαγόνι που ήμουν στον ηλεκτρικό ένας νεαρός. Κατάμαυρος από την βρωμιά, με σκισμένα ρούχα, εμφανώς καταβεβλημένος. 
 Με δυσκολία έσερνε τα πόδια του και η φωνή του ήταν βραχνή και αδύναμη. Παρακαλούσε για κάτι φαγώσιμο. Εμείς απλά κοιτάζαμε. Και αυτός παρακαλούσε. " Λίγο φαγητό ρε παιδιά, θα πεθάνω..." "Ελεος πιά", αναφώνησε μιά κυρία δίπλα μου.  Ξαφνικά κάποιος του έδωσε ένα κουλούρι. Ο τρόπος που το έτρωγε με συγκλόνισε... Δαγκωματιά-δαγκωματιά λες και ήταν το πιό νόστιμο  και ακριβό φαγητό του κόσμου. Χτυπούσε το χέρι του στο στέρνο του, με όση δύναμη του είχε απομείνει, ευχαριστώντας τον άνθρωπο που του έδωσε να φάει.

 Εκείνη την στιγμή ένιωσα τόσο άβολα και άσχημα μέσα μου.  Όχι γιατί δεν είχα κάτι να του δώσω. Αλλά για την κατάντια μας. Για την ματιά μας που είναι γεμάτη υποκρισία και κακία. Για το απάνθρωπο κράτος, για την έλλειψη πρόνοιας, για αυτά τα βασικά που πλέον πολλοί συνάνθρωποι μας δεν τα έχουν. Ο νεαρός στην επόμενη στάση κατέβηκε. Εμείς συνεχίσαμε τον δρόμο μας. Καθαροί, χορτάτοι, με την συνείδηση μας ήσυχη. Υπήρχε κάποτε μια κοινωνία που λέτε, μα πλέον μας τελείωσε...

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2016

Three Little Birds...

 
Don't worry about a thing,
'Cause every little thing gonna be alright.
Singing' "Don't worry about a thing,
'Cause every little thing gonna be alright!"

Rise up this mornin',
Smiled with the risin' sun,
Three little birds
Pitch by my doorstep
Singin' sweet songs
Of melodies pure and true,
Saying', "This is my message to you"

Singing' "Don't worry 'bout a thing,
'Cause every little thing gonna be alright."
Singing' "Don't worry (don't worry) 'bout a thing,
'Cause every little thing gonna be alright!"

Rise up this mornin',
Smile to the risin' sun,
Three little birds
Each by my doorstep
Singin' sweet songs
Of melodies pure and true,
Sayin', "This is my message to you"

Singin' "Don't worry about a thing, worry about a thing, oh!
Every little thing gonna be alright. Don't worry!"
Singin' "Don't worry about a thing" I won't worry!
"'Cause every little thing gonna be alright...
 

Στίχοι-Μουσική: Bob Marley

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

David Bowie: Ο Δανδής της μουσικής...


 Γεννημένος ως David Robert Jones, στις 8 Ιανουαρίου του 1947, έμελλε να μείνει στην ιστορία ως ο κορυφαίος εκπρόσωπος της λεγόμενης glam rock. Ένας τεράστιος καλλιτέχνης, μέγιστη προσωπικότητα, σπάνιο ταλέντο στην μουσική. Θα μπορούσαμε να πούμε πως ο David Bowie, ήταν ένας Δανδής της μουσικής, ο μουσικός με τα χίλια πρόσωπα...

 Το 1969 κατακτάει τις καρδιές του δύσκολου αγγλικού μουσικού κοινού και κατατάσσεται στην πέμπτη θέση των charts με το τραγούδι Space Oddity. To 1972 λανσάρει τον άλλο του εαυτό στο τραγούδι Starman, ως Ziggy Stardust. To 1975 κατακτάει και το αμερικάνικο κοινό με το εξαιρετικό Fame, που τον φέρει στην πρώτη θέση των αμερικάνικών charts.



 Συνέχισε την δεκαετία του 80 με το άλμπουμ Lets Dance και οι επιτυχίες δεν είχαν τελειωμό. Πειραματιζότανε σε διαφορετικά είδη μουσικής. Έπαιξε σε κινηματογραφικές ταινίες με αποκορύφωμα την εμφάνιση του στον Τελευταίο Πειρασμό του Martin Scorsese, όπου υποδύθηκε τον Πόντιο Πιλάτο! Τραγούδια όπως το Heroes, το Changes, το Under Pressure, το China Girl, το Modern Love, το Rebel, Rebel, το Panic in Detroit, θεωρούνται μουσικές παρακαταθήκες στην παγκόσμια μουσική σκηνή.

 Ζωγράφος, συνθέτης, ηθοποιός, τραγουδοποιός, σαξοφωνίστας. Τα δοκίμασε, όλα, τα έζησε όλα. Συνεργάστηκε με όλους τους μεγάλους καλλιτέχνες της εποχής του. Σόκαρε το μουσικό κοινό με τις σεξουαλικές επιλογές και την ελευθερία του πνεύματος του. Προσέφερε μεγάλο φιλανθρωπικό έργο και ουδέποτε το διαφήμισε...

 Σήμερα, νωρίς τα ξημερώματα ο ανεπανάληπτος Davie Bowie, άφησε την τελευταία του πνοή, έπειτα απο πολύμηνη μάχη με τον καρκίνο. Το κενό του, όπως αντίστοιχα και άλλων καλλιτεχνών του διαμετρήματος του, είναι δυσαναπλήρωτο.  Εκκεντρικός, γοητευτικός, ταλαντούχος και πρωτοπόρος αναζητούσε πάντα την ελευθερία στην ολότητα της...  "I find only freedom in the realms of eccentricity..." είχε πει σε μία συνέντευξη που είχε δώσει. Πόσο, μα πόσο Bowie αυτή η φράση...


Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

Στέρεο Νόβα: Ονείρων ήχοι...

 Σε μιά Ελλάδα που βρίσκονταν σε μεταβατικό στάδιο και με μια νεολαία που αναζητούσε να πιαστεί από κάπου, εκεί, μέσα προς τέλη της φορκλόρ δεκαετίας του 80', έκανε την εμφανισή του μια παρέα που τόλμησε το διαφορετικό. 

 Κωνσταντίνος Βήτα, Μιχάλης Δέλτα, Αντώνης Πι. Εναλλακτική μουσική. Με στοιχεία ηλεκτρονικά, ξενικά προς το ελληνικό κοινό, αλλά με ελληνικούς στίχους. Από trip-hop και techno, μέχρι acid και ambient ήχους. Με μηνύματα κοινωνικά, πολιτικά, ερωτικά.
 Με μουσική απόκοσμη αλλά και συνάμα γοητευτική. Το σημαντικό ήταν πως αυτή η παρέα, είχε κάτι να πει. Και οι πιστοί ακόλουθοι της, είχαν ανάγκη να ακούσουν... Παρά την σύντομη καλλιτεχνική πορεία τους ως συγκρότημα, η μουσική (και όχι μόνο) παρακαταθήκη που άφησαν οι Στέρεο Νόβα, μόνο ως αέναη μπορεί να χαρακτηριστεί...

 Στην αρχική μορφή του συγκροτήματος, με την ονομασία Bobby Blast, εκεί γύρω στα 1986, τα πράγματα ήταν ρευστά και η μουσική σκηνή της εποχής, δεν άφηνε και πολύ χώρο σε τόσο διαφορετικές προσπάθειες. Οι αρχικοί πειραματισμοί σε μουσικές και ήχους και τα instrumental κομμάτια, έδωσαν σιγά σιγά στην θέση τους σε ολοκληρωμένα τραγούδια με στίχους.

 Ο Κωνσταντίνος Βήτα καταρχήν, ήταν αυτός που έγραφε τους στίχους των τραγουδιών του συγκροτήματος, που το 1990 μετονομάζεται σε Στέρεο Νόβα. Μέχρι και το 1991, ολοκληρώνονται τα κομμάτια του πρώτου τους ομώνυμου δίσκου και παρουσιάζονται ουσιαστικά στο ελληνικό κοινό με την έκδοση του, το 1992. Από εκείνο τον δίσκο ξεχωρίζουν με μιάς, το κορυφαίο ίσως τραγούδι τους "Ένα κλεμμένο ποδήλατο", "Ο Εξώστης", "Ηλίθια Αστεία", "Τομ Τομ" και "Προάστια". 

 Ο Κ.Β.παρουσιάζει ερμηνείες μεστές, με μια χαρακτηριστική αισθαντική φωνή και η μπάντα διασχίζει ολόκληρη την χώρα δίνοντας συναυλίες σε χώρους και τόπους που ασφυκτιούν από νέους, που βρίσκουν ως μέσο έκφρασης τους ήχους και τα λόγια των Στέρεο Νόβα. Η ηλεκτρονική επανάσταση έχει μόλις ξεκινήσει...
Το 1993, κυκλοφορεί το άλμπουμ "Ντισκολάτα", ένα μείγμα από freestyle, electro-pop μουσική. Ο ήχος τους αρχίζει και σκληραίνει. Τα λόγια τους το ίδιο. Οι Στέρεο Νόβα, δεν είναι απλά ένας κομήτης στον χώρο της μουσικής.

 Από αυτό το άλμπουμ, μεγάλη επιτυχία κάνουν τα κομμάτια "Μικρό Αγόρι", "Ένας μεγάλος κόσμος",  "Ντισκολάτα", "Νέα Ζωή 705" και το εκπληκτικό "Το ταξίδι της Φάλαινας". Ένα μυθιστορηματικό τραγούδί για την καθημερινότητα της τότε εποχής και για τα όνειρα που χάνονται, που ακούγοντας το, ανακαλύπτεις πως τίποτα δεν έχει αλλάξει προς το καλύτερο σε αυτή την κοινωνία και πως όλα έχουν μια περίεργη σύνδεση μεταξύ τους...

 Το 1994, έρχεται "Ο Ασύρματος κόσμος", ένα άλμπουμ με πολλά ψυχεδελικά στοιχεία, με αργούς ρυθμούς και έντονα ηλεκτρονικά χαρακτηριστικά. Τραγούδια όπως το "Κύκλοτρον", "Το Δίκτυο", "Το ασανσέρ του ΙΚΑ", "Οδύσεια", "Δεν αλλάζω τα ηχεία μου", "3000 μέρες",  αρέσουν στο κοινό και εγκαθιδρύουν στη συνείδηση του τους Στέρεο Νόβα, ως το σημαντικότερο συγκρότημα εναλλακτικής μουσικής εκείνη την εποχή στην χώρα μας.

 Το 1996, χρονιά που αποχωρεί από την μπάντα ο Αντώνης Πι, βγαίνει ο προτελευταίος δίσκος τους, με την ονομασία "Τέλσον". Εκεί ξεχωρίζουν τα κομμάτια "Με θέλεις χωρίς εσένα", "Τέλσον", "Γυάλινη Γη", "Ντισκοτεκ" και "Μάθημα".  Κωνσταντίνος Βήτα και Μιχάλης Δέλτα γράφουν, συνθέτουν, δημιουργούν πεζά ποιήματα και ουσιαστικά τα ενσωματώνουν στα τραγούδια τους με ύφος μοναδικό και πρωτόγνωρο για τα μουσικά δεδομένα της εποχής.


 Το 1997 είναι χρονιά ορόσημο για το συγκρότημα. Όντας μαζί για τελευταία φορά δημιουργούν ένα μουσικό διαμάντι. Ο δίσκος "Βιταμίνα Τεκ", περιέχει μέσα του τραγούδια με μουσικές new wave αλλά και μερικές μοναδικές συνεργασίες με καταξιωμένους καλλιτέχνες όπως η Τάνια Τσανακλίδου και η Πόπη Αστεριάδη. Με την πρώτη διασκευάζουν το "Να με θυμάσαι" του Σταύρου Ξαρχάκου και με την δεύτερη δημιουργούν το εκπληκτικό "Ταξίδι στην Γη".  

 Η μπαντα παύει να υφίσταται λίγο καιρό μετά, έπειτα από έναν δίσκο σε συνεργασία με τον Σταμάτη Κραουνάκη, με το όνομα "Ωφέλιμο Φορτίο". Μετά την διάλυση τους επανεκδίδουν τραγούδια από live εμφανίσεις τους, αλλά επί της ουσίας το τέλος είχε έρθει στα τέλη του 97΄.
Και τα τρία μέλη του συγκροτήματος ακολούθησαν σόλο καριέρες,  με μερικά εξαιρετικά άλμπουμ και συνεργασίες με αρκετούς καλλιτέχνες.  Η αίσθηση που σου δίνεται όταν ακούς τραγούδια τους είναι περίεργη, μαγευτική, ταξιδιάρα.

 Τον Ιανουάριο του 13΄ σε συνέντευξη του στο Cosmo.gr, ο Μιχάλης Δέλτα έδωσε την πραγματική διάσταση του συγκροτήματος: "Αυτή η συνάντηση με τους Σ.Ν. ήταν γραφτό να γίνει. Δεν γίνεται ο ένας 21 κι ο άλλος 27 να κάνουν αυτό το πράγμα. Είναι σχέδιο από αλλού. Δεν καταλαβαίναμε τι κάναμε ακριβώς από ένα σημείο και μετά. Ένα Matrix ήταν οι Στέρεο Νόβα. Πήραμε το κόκκινο χάπι..."

 Αυτό ακριβώς ήταν οι Στέρεο Νόβα. Μια πραγματικότητα, όχι εικονική αλλά μαγική. Μια αλήθεια ντυμένη με τα χρώματα του ονείρου και της αγάπης. Πότε πότε έμοιαζέ με γροθιά στο στομάχι. Άλλοτε σαν τρυφερό χάδι ενός παιδιού. Ένα παραμύθι σύντομο μεν, αλλά χωρίς τέλος. Όπως η ίδια η ζωή...


 

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015

New Year's Day...




Ας είμαστε ευγνώμονες για όσα μας έχει χαρίσει η ζωή... Ας φυλάξουμε βαθιά μέσα μας αναμνήσεις, πρόσωπα και καταστάσεις... 
 Ας υποσκελίσουμε κακίες πάθη και εγωισμούς. Ο νέος χρόνος που ανοίγεται μπροστά μας ας φέρει την αλλαγή που περιμένει ο καθένας από εμάς.
 Μικρή η μεγάλη δεν έχει σημασία. Αν καταφέρουμε και παραμείνουμε δυνατοί και αισιόδοξοι, τα πράγματα θα πάρουν τον δρόμο που πρέπει. Δώστε μορφή στα όνειρα σας...

Υ.Γ. Καλή Χρονιά να έχουμε...



All is quiet on New Year's Day
A world in white gets underway
I want to be with you
Be with you night and day
Nothing changes on New Year's Day
On New Year's Day

I will be with you again
I will be with you again

Under a blood red sky
A crowd has gathered in black and white
Arms entwined, the chosen few
The newspapers says, says
Say it's true it's true

And we can break through
Though torn in two
We can be one

I...I will begin again
I...I will begin again

Oh...
Maybe the time is right
Oh...maybe tonight

I will be with you again
I will be with you again

And so we're told this is the golden age
And gold is the reason for the wars we wage
Though I want to be with you
Be with you night and day

Nothing changes
On New Year's Day
On New Year's Day...


U2

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2015

Το παιδί με την σάλπιγγα...


 
Αν μπορούσες να ακουστείς
θα σου έδινα την ψυχή μου
να την πας ως την άκρη του κόσμου...

Να την κάνεις περιπατητικό αστέρι ή ξύλα
αναμμένα για τα Χριστούγγενα – στο τζάκι του Νέγρου
ή του Έλληνα χωρικού... 

Να την κάνεις ανθισμένη μηλιά
στα παράθυρα των φυλακισμένων. 
Εγώ μπορεί να μην υπάρχω ως αύριο...

Αν μπορούσες να ακουστείς
θα σου έδινα την ψυχή μου
να την κάνεις τις νύχτες, ορατές νότες, έγχρωμες,
στον αέρα του κόσμου...

Να την κάνεις αγάπη...


Νικηφόρος Βρεττάκος


Υ.Γ. Καλά Χριστούγεννα σε όλους με Υγεία. Αγαπήστε τον διπλανό σας με όλη σας την ψυχή...


Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2015

Μικρή Χριστουγεννιάτικη ιστορία: Η χιονοθύελλα...

 Παραμονή Χριστουγέννων, κάπου στις Άλπεις.  Το χιόνι έπεφτε πυκνό και το μόνο που ακούγονταν ήταν τα ουρλιαχτά των λύκων και ο μανιασμένος αέρας που δεν έλεγε να κοπάσει... 
 "Μα πως βρέθηκα εδώ?" αναρωτήθηκε ο Κλάρενς προσπαθώντας να ανοίξει τα μάτια του, κοιτώντας με δέος τα βουνά που τον περικύκλωναν.

 Το ρολόι έδειχνε περασμένες 12 και αυτά τα μεσάνυχτα ήταν τα πιό δύσκολα της ζωής του νεαρού εξερευνητή. Το κρύο διαπερνούσε το σώμα του και δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά... Πως χάθηκε από την υπόλοιπη ομάδα? Τι θα κάνει τώρα?
 Η σκέψη του Κλάρενς έτρεχε όλο και πιό γρήγορα γιατί ο καιρός χειροτέρευε και όλα έδειχναν πως μια μεγάλη χιονοθύελλα ήταν προ των πυλών... Με μια ματιά επεξεργάστηκε το τοπίο και διέκρινε ένα ξύλινο σπίτι, 500 μέτρα περίπου από εκεί που ήτανε. Τα παράθυρα του φεγγοβολούσαν και καπνός έβγαινε από την καμινάδα του, στοιχεία που έδειχναν πως κάποιος ήταν μέσα. Αυτή την σκέψη την διέκοψε ένας τρομερός αέρας...

 Σηκώθηκε αμέσως και ξεκίνησε να περπατάει με βήμα αργό και σταθερό. Οι μπότες του βυθίζονταν στο χιονισμένο έδαφος και τα πόδια ήταν παγωμένα, αλλά διάολε, έπρεπε να συνεχίσει... 
 Αν δεν το έκανε θα χανόταν στο χιόνι μιά για πάντα. Δεν θα έβλεπε ξανά τους φίλους του, τους συγγενείς του μα πάνω απ΄ολα την γυναίκα της ζωής του, την Έλμα... 
 Η χιονοθύελλα ήταν πια γεγονός. Ο Κλάρενς συνεχίζει να περπατάει. Ξαφνικά, από την ένταση της θύελλας και του χιονιού, παραπατάει και σωριάζεται στο έδαφος... Προσπαθεί να σηκωθεί αλλά μάταια. Καθαρίζει το πρόσωπο του από το χιόνι και νιωθει τα χείλη του παγωμένα και ξερά. "Δεν... δεν... αντέχω άλλο" ψελλίζει και αμέσως λιποθυμάει. Ονειρεύεται... Είναι σε ένα σπίτι. Τόσο γνωστό σε αυτόν. Αυτά τα κάδρα στον τοίχο."Μα ναι, είμαι σπίτι μου, στο σπίτι των γονιών μου..." σκέφτεται ανεπαίσθητα. Ο Κλάρενς έχει χάσει τους γονείς του 5 χρόνια πριν σε ένα αεροπορικό δυστύχημα...



 Προχωρώντας προς το σαλόνι ακούει φωνές. Οικείες και ζεστές. "Μαμά, μπαμπά" φωνάζει δυνατά βλέποντας τους γονείς του να είναι καθισμένοι στο τραπέζι και να τρώνε... Δεν τον ακούνε όμως. 
 Ο Κλάρενς φωνάζει δυνατά αλλά μάταια. Δεν τον ακούν ούτε τον βλέπουν. Πηγαίνει κοντά τους να ακούσει τι λένε. Είναι χαρούμενοι και γελάνε... Κοιτάνε φωτογραφίες ενός μωρού. Μα ναι, είναι ο ίδιος. Ο Κλάρενς σε μικρή ηλικία. 
 Ξαφνικά η μητέρα του σηκώνεται και πηγαίνει προς το υπνοδωμάτιο. Γυρίζει αγκαλιά με ένα μωρό... Τα μάτια του Κλάρενς γεμίζουν με δάκρυα, καθώς συνειδητοποιεί πως το μωρό στην άγκαλιά της μητέρας του είναι αυτός... Το ρολόι στον τοίχο του σπιτιού δείχνει 12.30. 

 Ο Κλάρενς παρατηρεί πως το σπίτι είναι στολισμένο. Ένα Χριστουγεννιάτικο δέντρο δίπλα στο παράθυρο, μια γαλοπούλα ψημένη και μυρωδάτη στο τραπέζι... Και οι γονείς του, κρατώντας στην αγκαλιά αυτόν... Τα δάκρυα του νεαρού εξερευνητή δεν σταματάνε να τρέχουν. Νιώθει πλημμυρισμένος από αγάπη. αλλά και θλίψη. Για το άδικο χαμό των γονιών του. Επειδή δεν πρόλαβε να τους αποχαιρετήσει, επειδή δεν προλαβε να ζητήσει συγγνώμη για τα λάθη που έκανε μικρός και τους πίκρανε...  Για τις φορές που μιλούσε άσχημα, και για τότε που έκανε μέρες να πάει επίσκεψη στο σπίτι του, γιατί ήταν.. πνιγμένος στην δουλειά. Είχε τόσα πολλά να τους πει... Τόσα πολλά να ζήσουν μαζί. Μα τώρα είναι αργά...
 Αυτές του τις σκέψεις διέκοψε μια γνώριμη φωνή. "Κλάρενς, Κλάρενς... Με ακούς? " Ανοίγοντας τα μάτια του παρατηρεί μια φιγούρα σκυμμένη από πάνω του. Κοιτάζει δεξιά και αριστερά και νιώθει παγωμένος  και ξαπλωμένος στο ίδιο χιονισμένο τοπίο που βρίσκονταν πριν λιποθυμήσει.

 Όμως, αυτό που διακρίνει δεν μπορεί να είναι αλήθεια. Η φιγούρα που του μιλάει είναι ο πατέρας του. Με μια γρήγορη κίνηση τον σηκώνει και τον αγκαλιάζει, προτρέποντας τον να συνεχίσει τον δρόμο του.
  "Έλα Κλάρενς   προσπάθησε αγόρι μου, συνέχισε να περπατάς..." Μηχανικά σχεδον ο Κλάρενς, συνέχιζει αν και νιώθει καταπονημένος και εξαντλημένος από την υπερποσπάθεια. Το σπίτι φαίνεται όλο και πιό κοντά. Μετά από λίγα λεπτά φτάνουν στο κατώφλι του. Ξαφνικά η πόρτα ανοίγει και από πίσω της εμφανίζεται η μητέρα του Κλάρενς. ""Ηρθατε επιτέλους? Σας περίμενα. Άντε, ελάτε, βιαστείτε θα κρυώσει το φαί..." τους λέει και αυτοί μπαίνουν στο σπίτι. Η ζεστασιά από το τζάκι είναι βάλσαμο για το παγωμένο κορμί του Κλάρενς που σιγά σιγά αρχίζει και συνέρχεται.

 Το τραπέζι είναι γεμάτο από λιχουδιές και φαγητά που έχει έτοιμάσει η μητέρα του. "Εμείς πρέπει να φύγουμε Κλάρενς"¨του λέει ο πατέρας του, ενώ ο ίδιος έχει καθίσει στο τραπέζι. "Μααα μισό λεπτό, που θα πάτε δεν θα καθίσετε μαζί μου?" λέει ο Κλάρενς στον πατέρα του. "Τώρα που σας βρήκα έπειτα από καιρό θα φύγετε?' λέει με τρεμάμενη φωνή.

 "Ναι παιδί μου πρέπει να φύγουμε. Δεν μπορούμε να μείνουμε άλλο. Αυτό που έπρεπε να κάνουμε το κάναμε. Να ξέρεις μόνο πως σε αγαπάμε πολύ και είσαι για μας το σημαντικότερο κομμάτι της ζωής μας" λέει ο πατέρας του και με μιά κίνηση ανοίγει την πόρτα. 
 Η μητέρα του Κλάρενς σκύβει και φιλάει τρυφερά στο μάγουλο τον γιό της, σκουπίζοντας του τα δάκρυα..." Μη κλαίς παιδί μου, μην κλαίς, εμείς θα είμαστε πάντα δίπλα σου. Κοντά σου, σε ότι χρειαστείς..." 

 Με μιάς, η πόρτα κλείνει με δύναμη και οι γονείς του Κλάρενς εξαφανίζονται. Ο ίδιος σηκώνεται και προσπαθεί να τους ακολουθήσει. Ανοίγει την πόρτα αλλά δεν τους βλέπει. Δεν είναι κανείς εκεί έξω... Η χιονοθύελλα είναι τρομερή. "Τώρα καταλαβαίνω" σκέφτεται ο Κλάρενς.

Το ρολόι δείχνει 1.15 μετά τα μεσάνυχτα. Είναι ήδη Χριστούγεννα. Ο νεαρός εξερευνητής είναι πλέον ζεστός και ασφαλής, σκεπασμένος με μια κουβέρτα στο ξύλινο σπίτι, στους πρόποδες του βουνού. 
 Αυτά τα Χριστούγεννα για αυτόν ήταν τα πιό περίεργα αλλά συγχρόνως και τα πιό όμορφα. Όπως τότε που ήταν παιδί. Τα μάτια του σιγά σιγά κλείνουν... "Τίποτα δεν είναι πιό δυνατό από την αγάπη τελικά. Τίποτα. Όταν οι καρδιές είναι ζεστές, γεμάτες από συναισθήματα και μυρωδιές, καμία θύελλα δεν μπορεί να τις ραγίσει..." σκέφτεται και αποκοιμιέται...


Υ.Γ. Να αγαπάτε τους γονείς σας και να το δείχνετε...


* Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στην καταπληκτική ιδέα της Αριστέας για την Μικρή Χριστουγεννιάτικη ιστορία. Όλες τις ιστορίες θα τις βρείτε γραμμένες εδώ. Αριστέα μου, σε ευχαριστώ! 

Αναγνώστες

Page translation